Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 2013

Αρετή και Κακία (1)

Το τοπίο γύρω μου ήταν όμορφο ομολογουμένως. Παρ'όλα αυτά δεν αισθανόμουν τη διάθεση να σταματήσω λίγο και να κοιτάξω γύρω μου. Να "φωτογραφήσω" το μέρος όπως κάνω συνήθως, με τη μηχανή της μνήμης.

Ο χρόνος επίσης μου ήταν κι αυτός αδιάφορος. Δε λογάριαζα αν ήταν μέρα ή νύχτα. Έβλεπα αλλά σαν να μην ένιωθα να χρωστάω κάπου αυτή μου την ικανότητα. Δεν ένιωθα κρύο ή ζέστη. Αφή, γεύση ή οσμή δεν διέκρινα. Όσο για τα μάτια και τα αφτιά μου σε μια χειμέρια... λειτουργία. Έβλεπα και άκουγα όσα ήθελα να δω και να ακούσω αλλά... δεν με ενδιέφεραν.

Το μόνο που με ένοιαζε και το συλλάμβανα με τις όποιες αισθήσεις μου ήταν ο δρόμος. Ναι, περπατούσα, το θυμήθηκα τελικά. Αλλά τα μάτια καρφωμένα στο δρόμο μου ήταν. Δεν ήταν όμως αυτά που δίνανε κατεύθυνση στο βήμα μου. Απλά τα πόδια μου κινούνταν και διέγραφα μια πορεία πάνω σε μια ευθεία. Δεν αντιλαμβανόμουν κάποιο εμπόδιο, κάτι να με δυσκολεύει. Δεν αισθανόμουν ανηφόρες, κατηφόρες ή την όποια κόπωση. Δε με απασχολούσε πού πήγαινα, αν κάποιος κίνδυνος εμφανιζόταν ξαφνικά, αν κατέληγα κάπου ή απλά σε αδιέξοδο, δεν είχα ερωτήσεις για το δρόμο μου, γιατί ήμουν σ'αυτόν, αν έπρεπε να είμαι εκεί και αν το είχα διαλέξει. Δε με ένοιαζε, ήμουν... ξέγνοιαστος.

Σιγά σιγά το άχρωμο της ευθείας μου άρχισε να ξεθωριάζει και τότε άρχισε να αποκτά εικόνα και ένιωσα κάποια πρώτα σκιρτίματα απορίας μέσα μου λόγω της αλλαγής. Ο δρόμος ήταν χωμάτινος μα καλοφτιαγμένος, χωρίς χαλίκια και περιττολογίες τριγύρω... σαν να περίμενε κάποιο βουβό ακροατήριο τη βουβή ακολουθία μιας εξέχουσας σιωπής. Αλλά να που ήρθε και το χρώμα της ζωής στην παράσταση που ξεδιπλωνόταν μπροστά μου. Ο δρόμος μου ήταν ανάμεσα σε δύο πυκνές συστάδες ψηλών καταπράσινων δέντρων. Κοιτούσα ανάμεσα στους κορμούς αλλά η ματιά μου μετά από λίγο χανόταν μέσα σε μια ομίχλη πράσινου και μαύρου σκοταδιού. Αν και σκοτάδι γλύκαινε την καρδιά μου και δε με θορυβούσε. Ο ουρανός καταγάλανος χωρίς κανένα έστω και μικρό σύννεφο να σπιλώνει την κυριαρχία του στο θόλο. Αν και δε μου επέτρεπαν τα ψηλά δέντρα να τον δω, ήξερα ότι κάπου πίσω τους βρισκόταν και ο Ήλιος. Ίσως να ήταν απλά το φως εκείνο που φώτιζε όλα αυτά τα φοβερά που ακολούθησαν και γι'αυτό να βρισκόταν πίσω μου. Πίσω να κοιτάξω δεν μπορούσα. Κατά κάποιο περίεργο τρόπο δεν υπήρχε πίσω, δεν άφηνα κάτι σε κάθε μου βάδισμα. Κάθε βήμα βέβαιο κι αβέβαιο μαζί. Αλλά υπήρχε γαλήνη.

Άκουγα τραγούδια. Ήταν σπουργίτια και κοκκινολαίμηδες της άνοιξης που ξεκινούσαν μόλις το τραγούδι τους και οι φωνές τους φτιάχνανε μια ηχητική πανδαισία που αν κι αρμονική έλεγες ότι θα εκραγεί από το πάθος της να βγει στη ζωή, να γεννηθεί και να κόψει τον ομφάλιο λώρο με την ανυπαρξία... Να υπάρξει. Εγώ δεν μπορούσα να σταματήσω το περπάτημά μου, όπως δεν μπορούσα να σταματήσω και τον χείμαρο ζωής που με κατέκλιζε στο είναι μου. Ήθελα να γελάσω αλλά το πρόσωπό μου θα έσπαγε από ένα τόσο μεγάλο χαμόγελο. Ήθελα να κλάψω αλλά ήταν σαν να έχω στερέψει από δάκρυα. Ήθελα να μιλήσω αλλά ήταν σαν να τα είχα πει όλα σε μια τόση δα στιγμή, τα ειπωμένα και τα άρρητα. Ήθελα τόσο η ηδονή αυτή να μη σταματήσει ποτέ όσο ήθελα να πεθάνω κιόλας αφού θα ήταν ένας ευχάριστος θάνατος. Το θρόισμα των φύλλων ήταν απαλό και ο άνεμος που περνούσε στο δρομάκι ήταν δροσερός σαν καλοκαιρινό χάραγμα μα και ζεστός σαν ένα μητρικό χάδι στο πρόσωπο. Δεν ήθελα να τελειώσει, αληθινά. Ήθελα να με εγκαταλείψει εκεί ο χρόνος, η μνήμη και ό,τι άλλο σημαίνει αντίληψη και συναίσθηση. Υπήρχε τόση γαλήνη παντού και μέσα μου. Παντού μελωδίες, παντού νόημα και φως. Γαλήνη παντού και θόρυβος πουθενά. Περπάταγα με τα μάτια κλειστά και κατάφερα να σκεφτώ μόνο αυτό: "Αφού τα πόδια μου μόνα τους με πάνε ας με πάνε όπου θέλουν".

Ξάφνου το αεράκι που με χάιδευε τόσο τρυφερά άλλαξε και το διαδέχθηκε μία και μόνη ριπή. Ήταν δυνατή, εχθρική. Ήταν ένας πόνος που σε ακύρωνε με το χτύπημά του. Αν τον είχα ζήσει θα έλεγα μοιάζει με αυτόν που οι Κατωκοσμίτες λένε Θάνατο. Μεμιάς με θέρισε ο αέρας αυτός. Τα πήρε όλα μαζί του. Τα κελαηδίσματα των σπουργιτιών, τα τιτιβίσματα των κοκκινολαίμηδων. Τα φύλλα πια δεν θρόιζαν αλλά ακούγονταν σαν να κραυγάζανε από οδύνη. Και οι κραυγές τους έσβηναν μέσα στη φασαρία και το θόρυβο. Κράτησε για μια στιγμή κι όμως ένιωσα πως δεν τελείωνε. Αν και αέρας έμοιαζε φοβερός, ένας Τυφώνας, σαν εκείνον που για μια νύχτα και μια μέρα νόμισε πως νίκησε το Δία σκίζοντάς του τις κνίμες. Ο Τυφώνας με πήρε. Τα μάτια μου ήταν κλειστά ακόμα. Ένιωθα φόβο. Δεν ήθελα να αντικρίσω αυτά που γίνονταν μπροστά μου. "Σε τι φταίω;" φώναζε απελπισμένα μια φωνή μέσα μου. Ό,τι ευχάριστο είχα τη μια στιγμή την άλλη εξαφανίστηκε. Το ήξερα και δεν ήθελα να το δεχτώ. Πίστευα πως κρατώντας τα μάτια μου κλειστά θα ανέστρεφα το μη αναστρέψιμο. Ο άνεμος συνέχιζε να χτυπά κι εκεί που νόμιζα ότι το βάσανο δε θα τελείωνε, ξαφνικά κόπασε. Έπειτα σιωπή, σαν αυτή που με υποδέχτηκε στην αρχή. Κρατούσα τα βλέφαρα σφιχτά μήπως και μπορέσει έστω και μια μικρή όψη της καταστροφής και καταφέρει να περάσει από τη χαραμάδα των οφθαλμών μου. Πλέον δεν άκουγα ούτε τον άνεμο, ούτε το αεράκι, ούτε τα πουλιά και τα φύλλα. Τελικά αποφάσισα να ανοίξω τα μάτια μου. Είπα από μέσα μου: "Ό,τι ήταν να χαθεί χάθηκε. Δεν έχει νόημα πια". Μα το τοπίο δεν ήταν τοπίο καταστροφής. Ήταν το ίδιο άψυχο και σιωπηρό τοπίο που με υποδέχθηκε. Το δάσος, ο ουρανός, ο δρόμος. Μόνο που ο δρόμος...

Ο δρόμος είχε τελειώσει. Η ευθεία του είχε σπάσει σε δύο καινούριους δρόμους αριστερά και δεξιά. Οι συστάδες των δέντρων χάνονταν κατά μήκος των δύο νέων περασμάτων. Δεν ήξερα αν έπρεπε να λυπάμαι ή να χαίρομαι που ήμουν σε αυτή την κατάσταση. Από τη μία με πλήγωνε που αυτή η έκσταση αρμονίας και γαλήνης δεν υπήρχε πια. Από την άλλη όμως χαιρόμουν γιατί κάτι είχε μείνει ακόμα, δεν χάθηκαν τα πάντα. Τα πάντα αρχίσανε πάλι να μου φαίνονται αδιάφορα, σαν να διαγράφηκαν οι πρόσφατες εμπειρίες μου. Όλα μου φαίνονταν άνευ νοήματος και κάθε αντιμετώπιση του σκηνικού ήταν περιγραφική και μόνο.

Βρισκόμουν σε ένα σταυροδρόμι. Και στις δυο πλευρές έστεκαν δύο κίονες στο ύψος ενός παιδιού. Πάνω τους είχαν ακουμπισμένα από ένα κύπελλο ασημένιο γεμάτο νερό. Τα πόδια μου δεν έλεγαν να κουνηθούν στη θέα αυτής της εικόνας και αυτό κινητοποίησε πάλι την απορία μου. Πρώτη φορά το στόμα μου μπόρεσε να ανοίξει και είπα: "Ώστε έτσι είναι... Σιωπή, μοναξιά και ακινησία".

- Τίποτα από αυτά, μικρέ!

Μια ζωηρή γυναικεία φωνή πρόφερε αυτά τα λόγια και αμέσως έστρεψα το βλέμμα μου στα αριστερά...